Το όνομα τού χωριού παραπέμπει άμεσα στους πολλούς «όρνους» που υπήρχαν σε παλιότερες εποχές στο χωριό. Ως μικροτοπωνύμιο απαντάται και στον Ασώματο (Ορνέ, στην), ενώ στον Βάτο και στην Κρύα Βρύση ακούγεται και στον Όρνε, και στα Σακτούρια ως περιφραστικό στσ' Ορνές το Λάκκο.
Το τοπωνύμ. προέρχεται από το εριν(ε)ός (ο), ερινός, αττ. ερίνεως (ο), ερινάς -άδος που, κατά την αρχαιότητα, σήμαινε την αγριοσυκιά, με την οποία γίνεται η γονιμοποίηση των σύκων, κοιν. "ερινιός", "ορνεός» (ορνιός), ή «ορνιά» (λατιν. οrnus). Απαντιέται και ως επίθ. ερινεός, -ά, -όν (ερινεόν σύκον).
Χωριό τής επαρχίας Αγίου Βασιλείου, νομού Ρεθύμνου, κάτ. 77 (2001), υψόμ. 300μ., στους νοτιοανατολικούς πρόποδες τού χιλιοτραγουδισμένου Κέδρου. Απέχει από το Ρέθυμνο 49 χιλμ., διακλάδωση αριστερά στο 45ο χιλμ. τού δρόμου προς Αγία Γαλήνη- Νέα Κρύα Βρύση- Κρύα Βρύση- Ορνέ. Η αρχική αναγνώριση τής Ορνές ως κοινότητας έγινε με τη Διαταγή 20-8-1932, ΦΕΚ. Α 282/ 1932, προήλθε δε από πληθυσμό των γειτονικών χωριών Κρύας Βρύσης, Σαχτουρίων και κυρίως των Μελάμπων, από τις οποίες και αποσπάστηκε, με την παραπάνω Διαταγή, και ως έδρα της είχε την Ορνέ.
Αναφέρεται στην επαρχία Αγίου Βασιλείου το 1577 από τον Fr. Barozzi (fo 26v) Ornea, από τον Καστροφύλακα (Κ172) Ornea με 40 κατ. το 1583, και (Κ184) με 95 οφειλόμενες αγγαρείες, από τον Βασιλικάτα Ornea το 1630, στην τούρκικη απογραφή τού 1659 αναφέρεται Kato Orne με τέσσερα χαράτσια. Στην Αιγυπτιακή απογραφή τού 1834 το χωριό δεν αναφέρεται. Το 1881 αναφέρεται ως Ορνέ στον δήμο Μελάμπων με 23 χριστιανούς κατοίκους, το 1900 παραμένει στον ίδιο δήμο με 74 κατ., το 1913 δεν αναφέρεται, το 1920 στην κοινότητα Μελάμπων με 117 κατ., το 1928 με 118, το 1940 είναι έδρα ομώνυμης κοινότητας με 158 κατ., το 1951 131 κατ., το 1961 138 κατ., το 1971 89 κατ., το 1981 103, το 1991 123, το 2001 77.
Το 1659 (Τουρκοκρατία) το χωριό εμφανίζεται να διαθέτει 80,5 τσερίπια χωράφια, 195 ελαιόδεντρα, 1 τσερίπι αμπέλια και 22 τσερίπια ακαλλιέργητες γαίες.
ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΙΚΑ Έτσι ονομάζεται ένα μέρος έξω από το χωριό, επειδή έχει πολλά είδη δέντρων. Παλιότερα εκεί ήταν ένας μικρός συνοικισμός. Εδώ βρίσκεται και μια παλιά βυζαντινή εκκλησία, αφιερωμένη στην Παναγία με μοναδικές αγιογραφίες.
ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟ ΝΤΙΠΛΟΧΩΡΙ Ναός με μοναδικές βυζαντινές τοιχογραφίες. Σε εντοιχισμένη πλάκα, που βρίσκεται πάνω από την πόρτα στην είσοδο της εκκλησίας, αναφέρεται ότι κατασκευάσθηκε το 1417 από κάποιον ΛΕΩΝΤΑΚΗ ΤΡΟΥΛΙΝΌ.
ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Εξωκλήσι του χωριού με πανοραμική θέα προς το κάμπο της Κοξαρές.
ΑΛΑΤΣΟΠΕΤΡΑ Τοποθεσία του χωριού με θέα το ΛΥΒΙΚΟ ΠΕΛΑΓΟΣ οι εναλλαγές του τοπίου είναι μοναδικές.
ΑΪ ΓΙΩΡΓΗΣ Εκκλησάκι μέσα στο χωριό, οπου βρίσκεται και το νεκροταφείο. Η εκκλησία αυτή χρονολογείται επί βυζαντινής εποχής και στο εσωτερικό της περιέχει σπάνιου είδους βυζαντινές αγιογραφίες.
ΑΓΙΑ ΕΙΡΗΝΗ Εκκλησία που βρίσκεται μέσα στο χωρίο ,ε αγιογραφίες που χρονολογούνται επί βυζαντινής εποχής.
ΑΪ ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΡΙΓΟΛΟΓΟΣ Η περιοχή αυτή βρίσκεται πάνω σ’ ένα λόφο, εφτακόσια μέτρα δυτικά από το χωρίο, στη μέση της απόστασης Μουρνέ-Επίζυγος. Την ονομασία την πήρε από το ομώνυμο εκκλησάκι του Αη Γιάννη του Ριγολόγου.
ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΣΗΣ Στην τοποθεσία Λάκκος, όπου υπήρχε παλιά και το χωριό Μουρνέ, τα χρόνια που οι Τούρκοι είχαν κατακτήσει την Κρήτη, υπήρχε μια εκκλησία, που ονομαζόταν Βλάσσης, βυζαντινού και αργότερα βενετικού ρυθμού. Όλοι ήξεραν την εκκλησία αυτή για την πολύτιμη καμπάνα της που ήταν χρυσή όπως έλεγαν. Οι χωριανοί που ήξεραν ότι οι Τούρκοι άρπαζαν τα πολύτιμα πράγματα που έβρισκαν μπροστά τους, θέλησαν να κρύψουν την καμπάνα για να μην την πάρουν, με την ελπίδα ότι κάποτε το χωρίο θα ελευθερωνόταν και θα μπορούσαν να την ξεθάψουν. Τα χρόνια όμως περνούσαν κι εκείνοι που έθαψαν την καμπάνα πέθαναν. Έτσι ακόμα να βρεθεί.
Μια κοπέλα ξυπνώντας ένα πρωί διηγήθηκε στη μητέρα της το όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Είδε ένα γέρο που της είπε ότι η καμπάνα του Άη Βλάσσης βρίσκεται θαμμένη σε ένα χωράφι τους στον Πάνω Λάκκο. Της είπε ότι θα ξαναονειρευτεί, προτού παντρευτεί, για να της δείξει σε ποιο σημείο είναι. Η κοπέλα όμως παντρεύτηκε, αλλά ο γέρος δεν ξαναεμφανίστηκε στο όνειρο της. Πολλοί που έχουν γύρω από την εκκλησία οικόπεδα έχουν ψάξει, αλλά οι προσπάθειες τους πάνε χαμένες.
Ιστορικά στοιχεία για την ίδρυση του χωριού δεν είναι γνωστά. Πρώτη μαρτυρία για την ύπαρξη του απαντούμε στην απογραφή των οικισμών της Κρήτης του 1577 Ενετού Barozzi. Επίσης αναφέρεται στις απογραφές του 1583 του Castrofilaca και του 1630 του Basificata. Στις ίδιες απογραφές περιλαμβάνονται και οι οικισμοί που προαναφέρθηκαν (Χαντάκι, Μαυρίκη, Λαγκά, Λάκκος, Ντιπλοχώρι, και Επίζυγος).
Οι οικισμοί αυτοί άκμαζαν κατά την Ενετοκρατία όπως δείχνουν οι τοιχογραφίες στις εκκλησίες των οικισμών και των γύρων περιοχών στα Δεντρικά (Χαντάκι) η Παναγία που έχει τοιχογραφίες σε δύο στρώματα, στο Λαγκά ο Άη Γιώργης στα Ποτιστήρια, στο Ντιπλοχώρι ο Άη Γιάννης (καμένος) και η Παναγία με κτητορική επιγραφή. Στο Λάκκο ο Άη Βλάσσης και ο Άη Αστράτηγος (Αρχάγγελος Μιχαήλ) και στην Επίζυγο η Αγία Παρασκευή και Η Αγία Μαρίνα με κτητορική επιγραφή. Υπάρχουν ακόμη ο Άη Γιώργης στο Μαλαθρέ με τοιχογραφίες σε τρία στρώματα και η κατεστραμμένη εκκλησία του Αφέντη Χριστού στην κορυφή του Ντιπλοχωριανού Αοριού με ίχνη τοιχογραφιών στους τοίχους των θεμελίων της μια και οι υπόλοιποι τοίχοι είναι γκρεμισμένοι από πολλά χρόνια. Οι οικισμοί Μουρνέ, Χαντάκι, Μαυρίκη, Λαγκά, Ντιπλοχώρι, Λάκκος και Επίζυγος, δεν κατοικούντο μόνο κατά την τελευταία εβδομηκονταετία της Ενετοκρατίας αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας όπως προκύπτει από τούρκικά έγγραφα της εποχής εκείνης. Η Μουρνέ και ο Λάκκος ειδικότερα αναφέρονται σε τουρκικά έγγραφα του 1658, ο Λάκκος και το Ντιπλοχώρι σε τουρκικό έγγραφο του 1659. μετά την επανάσταση του 1821, κατά την απογραφή που διενήργησε η Αιγυπτιακή Διοίκηση Κρήτης το 1831 κατοικούντο τα χωρία Μουρνέ, Λάκκος και Ντιπλοχώρι. Και τα τρία αυτά χωρία κατοικούντο κατά την απογραφή του 1821. Επομένως τα χωρία Χαντάκι, Μαυρίκη, Λαγκά και Επίζυγος ερημώθηκαν η καταστράφηκαν είτε στη διάρκεια του Βενετό-Τουρκικό πολέμου για την κατάληψη της Κρήτης είτε κατά τις πρώτες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας. Η Μουρνέ παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αμιγές Ελληνοχριστιανικό χωριό. Οι κάτοικοι της έλαβαν μέρος στις επαναστάσεις κατά των Τούρκων για την Λευτεριά του νησιού. Μουρνιανοί πήραν επίσης μέρος στους αγώνες του έθνους για την απελευθέρωση της Μακεδονίας (Μακεδονομάχοι), στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913, στη Μικρασιατική εκστρατεία στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στην Αλβανία και πολλοί ήταν οργανωμένοι και έδρασαν στην αντίσταση κατά των Γερμανών.
Η μείωση του πληθυσμού της Μουρνές κατά τις τελευταίες δεκαετίες οφείλετε στη μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα της χώρας με κυριότερη κατεύθυνση προς την περιοχή της Αθήνα και τον Πειραιά όπου είναι εγκατεστημένοι περίπου χίλιοι Μουρνιανοί που έχουν συγκροτήσει Σύλλογο Μουρνιανών << Η ΜΟΥΡΝΕ >>. Οι σχετικοί περισσότεροι είναι εγκατεστημένοι στην περιοχή της Κοκκινιάς (Νίκαιας) του Πειραιά όπου στην συνοικία Άσπρα Χώματα υπάρχει γειτονιά με την ονομασία << Μουρνιανός >>. Εκεί εχει την έδρα του ο Σύλλογος των Μουρνιανών.
Η Μουρνέ εκτός από έδρα κοινότητας αποτελούσε και την έδρα Δημοτικού Σχολείου, Πρακτορείο ΟΤΕ και εκπολιτιστικού συλλόγου, ενώ συνεχίζει να αποτελεί έδρα ενορίας και Γεωργικού Συνεταιρισμού.
Η κοινότητα της Μουρνές ιδρύθηκε με το προεδρικό Διάταγμα 26/1/1925. την κοινότητα απάρτισαν αρχικά οι συνοικισμοί Μουρνέ, Λάκκος και Ντιπλοχώρι (επίσημη ονομασία Διπλοχώρι). Προηγουμένως από το 1914, η Μουρνέ αποτελούσε έδρα αγροτικού Δήμου (=κοινότητα) και ακόμη παλαιότερα ανήκε στο Δήμο Λάμπης. Πρόεδρος της κοινότητας ( συμπεριλαμβανομένων και των Δημάρχων) της περιόδου (1914-1924) διατέλεσαν 19 Μουρνιανοί. Ας σημειωθεί πως οι 17 από τους 19 ήταν αγρότες με μόρφωση στοιχειώδους εκπαίδευσης.
Η Μουρνέ είναι ένα από τα κεφαλοχώρια του δήμου Λάμπης, με μόλις 250 μόνιμους κατοίκους. Βρίσκεται δυτικά από το Σπήλι, έδρα του δήμου Λάμπης και απέχει οδικά τρία χλμ. ανάμεσα στο πάνω και κάτω Σπήλι. Άλλη νεώτερη διακλάδωση που αρχίζει από το 24ο περίπου χιλιόμετρο αμέσως μετά το χωριό Mιξόρρουμα επι μήκος 2 χλμ. Το χωριό είναι χτισμένο αμφιθεατρικά, μέσα σε μια αβαθή μικρή κοιλάδα που έχει κατεύθυνση από βόρεια προς νότια σε 500- 560 μ. υψόμετρο. Το δημοτικό διαμέρισμα έχει επιφάνεια 11 τ.χλμ., και συνορεύει με το Δ.Δ. Σπηλίου, Λαμπηνής και Μιξορρούματος προς τα βόρεια όπου φυσικό όριο αποτελεί ο ποταμός Μπούζουκος (η γέρος), Αρδάκτου Δρυμίσκου και Λευκογείων προς τα νότια με φυσικά όρια το Ντιπλοχωριανό Αόρι (Ξηρόν Όρος), τα Λαγκά και το ρυάκι του Μαυρίκη που χύνεται στον ποταμό Μπούζουκο, Σπηλίου και αρδάκτου προς τα ανατολικά και Μυξορρούματος προς τα δυτικά. Στο Δ.Δ. περιλαμβάνονται οι τοποθεσίες των κατεστραμμένων, ακατοίκητων από πολλά χρόνια οικισμών Χαντάκι (Δεντρικά), Μαυρίκη, Λαγκά (Αη Σπυρίδωνας), Ντιπλοχώρι, Λάκκος, Επίζυγος και η παλιά ερειπωμένη Μονή του Μαλαθρέ, από την οποία διασώζονται μόνο ερείπια του ναού και ίχνη υων άλλων μοναστηριακών κτισμάτων.
Το όνομα Μουρνέ , προέρχεται από το δέντρο μουριά (φυτονυμικό τοπωνύμιο) γιατί στην περιοχή υπήρχαν παλιότερα πολλές μουριές, ιδιαίτερα γύρω και μέσα σε περιβόλια. Το τοπικό προσωνύμιο Μουρνιανός απαντάται και ως οικογενειακό επώνυμο με τους τύπους Μουρνιανός και Μουρνιανάκης στο Ρέθυμνο και σε χωριά της επαρχίας Αγίου Βασιλείου και στα Ακτούντα.
Χτισμένο στη ρίζα του Φραττιανού βουνού που από τη μια και την άλλη του μεριά έχει το Κουρταλιώτικο και το Φραττιανό Φαράγγι και κατά κάποιο τρόπο τα φράσσει (από αυτό και η ονομασία του χωριού).
Μικρός οικισμός με κατοίκους. Επί τουρκοκρατίας ήταν τουρκοχώρι.
Το καλοκαίρι έχει θαυμάσιο δροσερό και υγιεινό κλίμα και αξίζει να το επισκεφθεί κανείς για να θαυμάσει και τα κοντινά του φαράγγια. Έχει ταβέρνες και δύο αγροτοτουριστικές μονάδες που εξασφαλίζουν στους επισκέπτες φαγητό και άνετη διαμονή. Η μια αγροτοτουριστική μονάδα είναι χτισμένη στην είσοδο του Φραττιανού Φαραγγιού με μια καταπληκτική ειδυλλιακή θέα.
Το Κάτω Μιξόρρουμα, ένας παμπάλαιος οικισμός που πριν από 40-50 χρόνια έσφυζε από τη ζωή και κίνηση και ήταν γνωστό στην ευρύτερη περιοχή και ακόμη πιο πέρα για την καλαθοπλεκτική του, τους αλευρόμυλους, λαδόμυλους και ρασοφάμπρικες του, που κινούνταν με νερό, σήμερα είναι μάλλον ακατοίκητο αφού μόνο το καλοκαίρι κατοικείται από λίγους ξένους και Έλληνες που έχουν αγοράσει παλαιά σπίτια και τα έχουν ανακαινίσει.
Σαν παραδοσιακός οικισμός εντυπωσιάζει τον επισκέπτη με τον τρόπο κατασκευής του – δεν έχει εσωτερικούς δρόμους (σοκάκια) παρά μόνο περιφερειακό δρόμο και τα σπίτια του είναι συνεχόμενα το ένα μετά το άλλο. Βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από το Πάνω Μιξόρρουμα, σε λιγότερα από 300 μ..
Περιβάλλεται από μια καταπληκτική σε ομορφιά και χάρη κοιλάδα που τη διαρρέει το ποτάμι με άφθονο νερό και το καλοκαίρι, κατάφυτη από χλοερούς πλατάνους και μια ποικιλία διάφορων άλλων μικρών και μεγάλων φυτών σε τρόπο που οργιάζει κυριολεκτικά το πράσινο σε όλες του τις αποχρώσεις και οι μελωδικές φωνές των αναρίθμητων πουλιών δημιουργούν μια φανταστική παραδείσια ατμόσφαιρα που αξίζει πράγματι να απολαύσει κανείς με όλες του τις αισθήσεις.
Μικρός οικισμός με κατοίκους, που πήρε το όνομά του από την ομώνυμη εκκλησία, είναι χτισμένος στην πλαγιά ενός καταπράσινου λόφου και κατοικείται από εργατικούς, φιλοπρόοδους και φιλόξενους κατοίκους.
Έχει πολλά ξωκλήσια ανακαινισμένα από τον φιλοπρόοδο ζήλο του Στέλιου Αγγελογιαννάκη ενός των κατοίκων της.
Στο Πάνω Μιξόρρουμα ο επισκέπτης μπορεί να βρει φούρνο με τα σχετικά αρτοσκευάσματα, βενζινάδικο, τρία παραδοσιακά καφενεία και ένα σνάκ-μπάρ πλαισιωμένο με μουσειακά είδη παλαιών γεωργικών εργαλείων και ειδών οικιακού εξοπλισμού.
Επίσης μπορεί να δει και να αγοράσει είδη καλαθοπλεκτικής, από τους δύο εναπομείναντες καλαθοποιούς.
Μπαίνοντας στο Πάνω Μιξόρρουμα από τη μεριά του Ρεθύμνου, από τη δεξιά μεριά υπάρχει διακλάδωση που οδηγεί στην Αγία Πελαγία 300 μ. και στο Φραττί 3 χιλιόμετρα.